Μετάφραση του "detal" σε Ελληνικά

Οι λεπτομέρεια, λιανική, λιανεμπόριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "detal" σε Ελληνικά.

detal Noun noun masculine γραμματική

szczegół, coś mało ważnego [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεπτομέρεια

    noun feminine

    szczegół, coś mało ważnego [..]

    Mam na myśli każdy detal, kończąc na sztywniaku w szafce.

    Εννοώ κάθε λεπτομέρεια, μέχρι το πτώμα στο ντουλάπι.

  • λιανική

    noun feminine

    ekon. forma handlu, w małych ilościach, sprzedaż niehurtowa, bezpośrednio konsumentowi [..]

    Jak kupujesz w detalu, to dodaj jeszcze 2 tysiące podatku.

    Αν αγοράζεις σε λιανική, πρόσθεσε άλλες δύο χιλιάδες για τον φόρο αγοράς.

  • λιανεμπόριο

    noun neuter

    ekon. forma handlu, w małych ilościach, sprzedaż niehurtowa, bezpośrednio konsumentowi [..]

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απαριθμώ
    • ασημαντότητα
    • λιανική πώληση
    • μηδαμινότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " detal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "detal"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "detal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη