Μετάφραση του "determinacja" σε Ελληνικά
Το αποφασιστικότητα είναι η μετάφραση του "determinacja" σε Ελληνικά.
determinacja
Noun
noun
feminine
γραμματική
zdecydowanie i wytrwałość w dążeniu do celu mimo przeciwności
-
αποφασιστικότητα
noun feminineKomisja będzie z wielką determinacją dążyć do osiągnięcia tego celu.
Επιτροπή θα εργαστεί για την επίτευξη αυτού του στόχου με επιμονή και μεγάλη αποφασιστικότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " determinacja " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "determinacja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συντελεστής προσδιορισμού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη