Μετάφραση του "determinant" σε Ελληνικά
Το καθοριστικός παράγων είναι η μετάφραση του "determinant" σε Ελληνικά.
determinant
noun
masculine
czynnik mający decydujący wpływ
-
καθοριστικός παράγων
nounW związku z tym współczynnik podziału węgiel organiczny-woda (Koc) można również zastosować jako główną determinantę bioakumulacji substancji organicznych związanych z osadem.
Επομένως, ο συντελεστής κατανομής οργανικού άνθρακα-νερού (Koc) μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται ως βασικός καθοριστικός παράγοντας της βιοσυσσώρευσης οργανικών ουσιών που σχετίζονται με ιζήματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " determinant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "determinant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καθοριστικός παράγων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη