Μετάφραση του "drogocenny" σε Ελληνικά

Οι πολύτιμος, αγαπημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drogocenny" σε Ελληνικά.

drogocenny Adjective adjective γραμματική

taki, który ma dużą wartość materialną [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολύτιμος

    adjective masculine

    Misjonarze odnoszący sukcesy kochają swoich towarzyszy, swoich przywódców misyjnych i drogocenne osoby, które nauczają.

    Οι επιτυχείς ιεραπόστολοι αγαπούν τον συνάδελφό τους, τους ιεραποστολικούς τους ηγέτες και τα πολύτιμα άτομα που διδάσκουν.

  • αγαπημένος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drogocenny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drogocenny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη