Μετάφραση του "drugi" σε Ελληνικά

Οι δεύτερος, άλλος, δεύτερη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drugi" σε Ελληνικά.

drugi numeral adjective noun masculine γραμματική

zajmujący ostatnie miejsce w dwuelementowym zbiorze o określonej kolejności elementów [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεύτερος

    adjective numeral masculine

    Luty to drugi miesiąc roku.

    Ο Φεβρουάριος είναι ο δεύτερος μήνας του χρόνου.

  • άλλος

    pronoun

    Więc każde z Was dostaje możliwość sprawdzenie jak drugie żyje, więc uczę się grać na flecie.

    Για να νοιώθει ο ένας πως ζεί ο άλλος. Γι αυτό μαθάινω φλογέρα.

  • δεύτερη

    noun feminine

    Osaka to drugie największe miasto Japonii.

    Η Οσάκα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δεύτερο
    • δευτερόλεπτο
    • επιλαχών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drugi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "drugi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drugi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη