Μετάφραση του "druh" σε Ελληνικά

Το σύντροφος είναι η μετάφραση του "druh" σε Ελληνικά.

druh noun masculine γραμματική

harc. członek organizacji harcerskiej [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύντροφος

    noun m;f

    Mam niezawodnych druhów w Nowym Jorku, pomogą mi znaleźć pracę.

    Έχω συντρόφους στη Ν. Υόρκη που θα μου βρουν δουλειά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " druh " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "druh"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "druh" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη