Μετάφραση του "druhna" σε Ελληνικά

Το παράνυμφος είναι η μετάφραση του "druhna" σε Ελληνικά.

druhna Noun noun feminine γραμματική

harc. zwyczajowe określenie kobiety należącej do harcerstwa [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράνυμφος

    noun common

    Kłóciła się ze służbą i druhnami i kelnerami.

    Τσακώθηκε με το προσωπικό, τις παρανύμφους, και τους σερβιτόρους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " druhna " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "druhna" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη