Μετάφραση του "drzewo" σε Ελληνικά

Οι δέντρο, δένδρο, ξυλεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drzewo" σε Ελληνικά.

drzewo noun neuter γραμματική

dendr. wieloletnia roślina składająca się z pnia i korony; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέντρο

    noun neuter

    dendr. wieloletnia roślina składająca się z pnia i korony; [..]

    Krzesła są pod drzewem.

    Οι καρέκλες είναι κάτω από το δέντρο.

  • δένδρο

    noun neuter

    Po eksplozji bunkra, twój kij spadł z drzewa prosto na mnie.

    Όταν η καταπακτή κατέρρευσε, το ραβδί σου έπεσε απ'ένα δένδρο, που βρίσκονταν ακριβώς από πάνω μου.

  • ξυλεία

    noun feminine

    Tak, robotnicy z nich korzystali kiedy ścinali drzewa.

    Ναι, τις χρησιμοποιούσαν οι εργάτες που έκοβαν την ξυλεία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Δέντρο
    • ξύλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drzewo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Drzewo
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δέντρο

    Krzesła są pod drzewem.

    Οι καρέκλες είναι κάτω από το δέντρο.

Εικόνες με "drzewo"

Φράσεις παρόμοιες με "drzewo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drzewo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη