Μετάφραση του "drzewny" σε Ελληνικά
Το ξύλο είναι η μετάφραση του "drzewny" σε Ελληνικά.
drzewny
Adjective
adjective
γραμματική
bot. dotyczący drzewa czy drzew [..]
-
ξύλο
noun neuterWspomniane strony twierdziły, że wzrost ten spowodowany jest zwiększeniem produkcji granulatu drzewnego.
Τα εν λόγω μέρη ισχυρίστηκαν ότι η αύξηση προκαλείται από την αυξημένη παραγωγή συσσωματωμάτων ξύλου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drzewny " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "drzewny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξυλεία
-
κάρβουνο · ξυλάνθρακας · ξυλοκάρβουνο
-
βιομηχανία ξυλείας · βιομηχανία ξύλου
-
υπολείμματα κατεργασίας ξύλου · υπολείμματα πρίσεως
-
ίνες ξύλου
-
Ξυλόμαλλο
-
προϊόν ξυλείας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη