Μετάφραση του "drzewnik" σε Ελληνικά

Το λιγνίνη είναι η μετάφραση του "drzewnik" σε Ελληνικά.

drzewnik noun masculine

lignina [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιγνίνη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drzewnik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drzewnik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη