Μετάφραση του "eseista" σε Ελληνικά

Οι δοκιμιογράφος, λογοτέχνης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eseista" σε Ελληνικά.

eseista noun masculine γραμματική

literat, autor esejów, szkiców literackich

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοκιμιογράφος

    noun w

    osoba pisząca eseje [..]

    Angielski filozof i eseista Francis Bacon napisał, że jeśli nie ma się serdecznych przyjaciół, „świat zaczyna przypominać pustynię”.

    Ο Άγγλος δοκιμιογράφος Φράνσις Μπέικον έγραψε ότι, για όσους δεν έχουν αληθινούς φίλους, «ο κόσμος είναι πραγματική έρημος».

  • λογοτέχνης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eseista " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eseista" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη