Μετάφραση του "eseistka" σε Ελληνικά
Το δοκιμιογράφος είναι η μετάφραση του "eseistka" σε Ελληνικά.
eseistka
noun
feminine
liter. literatka, autorka esejów, szkiców literackich
-
δοκιμιογράφος
noun w
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eseistka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη