Μετάφραση του "grat" σε Ελληνικά

Οι σαράβαλο, σακαράκα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grat" σε Ελληνικά.

grat noun masculine γραμματική

pot. przedmiot niezbyt wartościowy, często stary, zniszczony mebel, sprzęt domowy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σαράβαλο

    noun neuter

    Do tego grata, którego jej sprzedałeś trzeba dołożyć tysiące na naprawy.

    Εκείνο το σαράβαλο που της πούλησες θέλει επιδιορθώσεις χιλιάδων δολαρίων.

  • σακαράκα

    noun feminine

    Jeśli ktoś ma dać jej grata, to powinienem być to ja.

    Αν πρέπει κάποιος να της δώσει μια σακαράκα, αυτός θα είμαι εγώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "grat"

Φράσεις παρόμοιες με "grat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη