Μετάφραση του "handelek" σε Ελληνικά

Οι αγοραπωλησία, εμπόριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handelek" σε Ελληνικά.

handelek noun masculine

zdrobn. od: handel

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγοραπωλησία

    noun
  • εμπόριο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handelek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handelek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη