Μετάφραση του "handicap" σε Ελληνικά

Οι ισοζυγισμός, χάντικαπ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handicap" σε Ελληνικά.

handicap noun masculine

Sztuczne wyrównanie szans; fory [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισοζυγισμός

    noun
  • χάντικαπ

    noun

    Za tydzień w sobotę odbędzie się handicap wart 100 tys. dolarów.

    Το επόμενο Σάββατο είναι το χάντικαπ ων 100.000.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handicap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handicap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη