Μετάφραση του "handikap" σε Ελληνικά

Οι ισοζυγισμός, χάντικαπ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "handikap" σε Ελληνικά.

handikap noun masculine

przewaga przyznawana na początku wyścigu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισοζυγισμός

    noun
  • χάντικαπ

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " handikap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "handikap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη