Μετάφραση του "ibuprofen" σε Ελληνικά

Το ιβουπροφαίνη είναι η μετάφραση του "ibuprofen" σε Ελληνικά.

ibuprofen noun masculine

farm. niesteroidowy środek przeciwzapalny, przeciwbólowy, przeciwgorączkowy, pochodna kwasu propionowego

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιβουπροφαίνη

    Noun

    φάρμακο

    Daj jej ibuprofen i wykąp w letniej wodzie.

    Δώσε της ιβουπροφαίνη και άσε την λίγο μέσα στην μπανιέρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ibuprofen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ibuprofen"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ibuprofen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη