Μετάφραση του "kieszonkowiec" σε Ελληνικά

Οι πορτοφολάς, τσαντάκης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kieszonkowiec" σε Ελληνικά.

kieszonkowiec noun masculine γραμματική

osoba, która kradnie przedmioty z kieszeni ludzi

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πορτοφολάς

    noun masculine

    osoba, która kradnie przedmioty z kieszeni ludzi

    Czyli facet, którego pobiłeś na śmierć był kieszonkowcem?

    Οπότε, ο τύπος που έδειρες μέχρι θανάτου ήταν ένας πορτοφολάς.

  • τσαντάκης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kieszonkowiec " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kieszonkowiec" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη