Μετάφραση του "kierunkowy" σε Ελληνικά
Το κατευθυντήριος είναι η μετάφραση του "kierunkowy" σε Ελληνικά.
kierunkowy
adjective
noun
γραμματική
dotyczący kierunku, wskazujący kierunek [..]
-
κατευθυντήριος
adj
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kierunkowy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kierunkowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τιμή στόχου
-
φωτισμός κατεύθυνσης
-
υπεραστικός κωδικός
-
τηλεφωνικό σχέδιο αριθμοδότησης
-
κύτταρο αποχωριζόμενο στη μείωση
-
κεραία
-
οδικός χάρτης
-
κατευθυντικό μικρόφωνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη