Μετάφραση του "kierunkowy" σε Ελληνικά

Το κατευθυντήριος είναι η μετάφραση του "kierunkowy" σε Ελληνικά.

kierunkowy adjective noun γραμματική

dotyczący kierunku, wskazujący kierunek [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατευθυντήριος

    adj
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kierunkowy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kierunkowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kierunkowy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη