Μετάφραση του "kieszonkowy" σε Ελληνικά
Το τσέπης είναι η μετάφραση του "kieszonkowy" σε Ελληνικά.
kieszonkowy
adjective
γραμματική
dotyczący kieszonki, związany z kieszonką [..]
-
τσέπης
o małym rozmiarze, mogącym pomieścić się w kieszeni
Tak jak ja twojej małej, sterylnej, micro, kieszonkowej transseksualistce.
Όπως θα γίνω κι εγώ με την μικροσκοπική, αποστειρωμένη, αγορο-κυρία τσέπης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kieszonkowy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "kieszonkowy"
Φράσεις παρόμοιες με "kieszonkowy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προσωπικός ψηφιακός οδηγός
-
χαρτζιλίκι
-
υπολογιστής τσέπης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη