Μετάφραση του "kurkuma" σε Ελληνικά

Το κουρκούμη είναι η μετάφραση του "kurkuma" σε Ελληνικά.

kurkuma noun feminine

pot. bot. Curcuma, ostryż, ostryż długi [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουρκούμη

    noun feminine

    Mogą być obecne niewielkie ilości olejków i żywic naturalnie występujących w kurkumie.

    Ενδέχεται επίσης να περιέχει μικρές ποσότητες ελαίων και ρητινών που απαντούν στην κουρκούμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kurkuma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kurkuma"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kurkuma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη