Μετάφραση του "kurier" σε Ελληνικά
Οι αγγελιοφόρος, Ταχυμεταφορές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kurier" σε Ελληνικά.
kurier
Noun
noun
masculine
γραμματική
poczt. osoba szybko dostarczająca przesyłki lub wiadomości; [..]
-
αγγελιοφόρος
noun masculineCezarze, proszę o wybaczenie, ale przybył kurier z Germanii.
Καίσαρ, με συγχωρείτε, αλλά ένας αγγελιοφόρος έφτασε μόλις από τη Γερμανία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kurier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Kurier
-
Ταχυμεταφορές
osoba dostarczająca wiadomości, paczki i listy
Powiedz, że jesteś kurierem.
Πες μου ότι είσαι απ'τις ταχυμεταφορές.
Εικόνες με "kurier"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη