Μετάφραση του "majestat" σε Ελληνικά

Οι μεγαλειότητα, μεγαλείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "majestat" σε Ελληνικά.

majestat Noun noun masculine γραμματική

dostojeństwo, powaga lub okazałość jakichś osób, zjawisk lub rzeczy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγαλειότητα

    noun masculine

    W języku greckim nie ma liczby mnogiej podkreślającej majestat lub dostojeństwo.

    Η ελληνική γλώσσα δεν έχει “πληθυντικό μεγαλειότητας ή εξοχότητας”.

  • μεγαλείο

    noun neuter

    Spotkam jego majestat i oczyszczę się z zarzutów.

    I πρέπει να πληρούν το μεγαλείο του και καθαρίσει τον εαυτό μου από τις κατηγορίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " majestat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "majestat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη