Μετάφραση του "major" σε Ελληνικά

Οι ταγματάρχης, επισμηναγός, μείζων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "major" σε Ελληνικά.

major noun masculine

wojsk. stopień oficerski wojsk lądowych i powietrznych wyższy od kapitana; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταγματάρχης

    noun masculine

    wojsk. wojskowość stopień oficerski wojsk lądowych i powietrznych wyższy od kapitana; [..]

    Ten twój przyjaciel major został porwany przez rebeliantów tej samej nocy, gdyśmy cię ujęli.

    Ο φίλος σου, ο ταγματάρχης σου Χιούλετ απήχθη από αντάρτες την ίδια νύχτα που συνελήφθης.

  • επισμηναγός

    Noun masculine

    wojsk. stopień oficerski wojsk lądowych i powietrznych wyższy od kapitana; [..]

    Więc co zrobi gdy mjr Sheppard umrze?

    Τότε πως πιστεύεις ότι θα αντιδράσει, αν " θεός φυλάξει ",... ο επισμηναγός Σέπαρντ πέθαινε τώρα αμέσως

  • μείζων

    adjective

    Pamiętaj tylko o nieuchronności vis major.

    Απλά να θυμάσαι την αναπόφευκτη κατάσταση ενός μεγάλου εγκλήματος.

  • Ταγματάρχης

    stopień wojskowy oficera

    Zawartość żołądka wskazuje, że major Maguire nic nie jadł, w szczególności nie jadł czosnku.

    Το περιεχόμενο του στομάχου του δείχνει ότι ο Ταγματάρχης ΜακΓκουάιρ δεν είχε φάει τίποτα, και πόσο μάλλον σκόρδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " major " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Major noun masculine
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ταγματάρχης

    Major Sharp złamał swoją szablę podczas walki w forcie.

    Ο Ταγματάρχης Σαπ έσπασε το ξίφος του πολεμώντας στο οχυρό.

Φράσεις παρόμοιες με "major" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "major" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη