Μετάφραση του "majorowa" σε Ελληνικά

Το ταγματαρχίνα είναι η μετάφραση του "majorowa" σε Ελληνικά.

majorowa noun feminine γραμματική

pot. żona majora

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταγματαρχίνα

    feminine

    żona majora

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " majorowa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "majorowa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη