Μετάφραση του "mameluk" σε Ελληνικά

Το μαμελούκος είναι η μετάφραση του "mameluk" σε Ελληνικά.

mameluk noun masculine

hist. niewolnik państwowy będący żołnierzem straży przybocznej władców egipskich; później członkowie warstwy panującej w Egipcie, Syrii i Delhi; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαμελούκος

    Kutuz był mamelukiem, czyli niewolnikiem pochodzenia tureckiego.

    Ο Κουτούζ ήταν Μαμελούκος, δηλαδή δούλος τουρκικής καταγωγής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mameluk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mameluk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mameluk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη