Μετάφραση του "mamiciel" σε Ελληνικά

Το απατεώνας είναι η μετάφραση του "mamiciel" σε Ελληνικά.

mamiciel noun masculine

ktoś, kto oszukuje, obiecuje i nie spełnia obietnic

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • απατεώνας

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mamiciel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mamiciel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη