Μετάφραση του "mamka" σε Ελληνικά
Οι παραμάνα, νοσοκόμα, τροφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mamka" σε Ελληνικά.
mamka
Noun
noun
feminine
γραμματική
kobieta karmiąca piersią cudze dziecko [..]
-
παραμάνα
noun feminineZrób sobie i swoim piersiom przysługę i załatw sobie mamkę.
Έτσι κάνε μια χάρη στον εαυτό σου και σ'αυτό το στήθος, και πάρε μια παραμάνα.
-
νοσοκόμα
noun feminineMoja pani, to nowa mamka.
Η κυρία μου, αυτή είναι η νέα νοσοκόμα.
-
τροφός
noun feminineByłam w tym czasie i mamką, i niańką.
Σ'αυτό το διάστημα υπήρξα η τροφός και η γυναίκα που θήλασε αυτό το παιδί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mamka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "mamka"
Φράσεις παρόμοιες με "mamka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θηλάζουσα αγελάδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη