Μετάφραση του "obywatel" σε Ελληνικά

Οι πολίτης, υπήκοος, δημότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obywatel" σε Ελληνικά.

obywatel noun masculine γραμματική

członek społeczeństwa danego państwa, mający określone uprawnienia i obowiązki zastrzeżone przez prawo i konstytucję; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολίτης

    noun masculine

    członek społeczeństwa danego państwa, mający określone uprawnienia i obowiązki zastrzeżone przez prawo i konstytucję; [..]

    Wymaga ona od wszystkich obywateli poczucia odpowiedzialności i je propaguje.

    Απαιτεί και ενθαρρύνει το αίσθημα ευθύνης μεταξύ όλων των πολιτών.

  • υπήκοος

    noun mf

    Przyjechała wraz ze swoim małżonkiem, który również jest obywatelem Portugalii.

    Μαζί της ήρθε και ο σύζυγός της, ο οποίος είναι επίσης Πορτογάλος υπήκοος.

  • δημότης

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάτοικος
    • αστός
    • δημόσιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obywatel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obywatel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obywatel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη