Μετάφραση του "obywatelka" σε Ελληνικά

Οι πολίτης, υπήκοος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obywatelka" σε Ελληνικά.

obywatelka noun feminine γραμματική

kobieta związana z krajem oficjalnymi prawami i obowiązkami [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολίτης

    noun masculine

    W świetle prawa niezaprzeczalnie jestem obywatelką drugiej kategorii.

    Ήμουν νομικά και αδιαμφισβήτητα μια πολίτης δεύτερης κατηγορίας.

  • υπήκοος

    noun feminine

    kobieta związana z krajem oficjalnymi prawami i obowiązkami

    T., obywatelka kraju trzeciego, od pewnego czasu zamieszkuje w przyjmującym państwie członkowskim.

    Η T., υπήκοος τρίτης χώρας, διαμένει στο κράτος μέλος υποδοχής για κάποιο χρονικό διάστημα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obywatelka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obywatelka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη