Μετάφραση του "pikolo" σε Ελληνικά

Το πίκολο είναι η μετάφραση του "pikolo" σε Ελληνικά.

pikolo Noun noun masculine neuter γραμματική

przest. chłopak usługujący w restauracji, hotelu, itp. [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίκολο

    noun neuter

    muz. rodzaj fletu; [..]

    Pamiętam, jak przez kilka godzin objaśniał mi po francusku skąd się wzięło pikolo.

    Μα θυμάμαι κατα την τελευταία μου επίσκεψη που αφιέρωσε αρκετές ώρες εξηγώντας μου στα γαλλικά την προέλευση του πίκολο κλαρινέτου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pikolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pikolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη