Μετάφραση του "robot" σε Ελληνικά

Οι ρομπότ, Ρομπότ, αυτόματο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "robot" σε Ελληνικά.

robot noun masculine γραμματική

techn. maszyna, urządzenie zbudowane do wykonywania pewnych czynności według nakazanego programu; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρομπότ

    noun masculine neuter

    maszyna, urządzenie zbudowane do wykonywania pewnych czynności według nakazanego programu;

    Wreszcie roboty skarżącej są zasadniczo złożone ze stopu aluminium, materiału niewymagającego obróbki antykorozyjnej.

    Τέλος, τα ρομπότ της προσφεύγουσας αποτελούνται κατά βάση από χυτό αλουμίνιο, υλικό που δεν προϋποθέτει αντιδιαβρωτική επεξεργασία.

  • Ρομπότ

    ιστορική ανάδρομη

    Witajcie w kolejnym odcinku talk show niedźwiedzia i robota.

    Καλωσορίσατε σ'ένα ακόμα τοκ σόου του Ρομπότ και των Αρκούδων.

  • αυτόματο

    noun

    Sheldon tydzień mnie zlewał, gdy dostał robota-odkurzacz.

    Ο Σέλντον με αγνοούσε για μία εβδομάδα όταν πήρε τον αυτόματο καθαριστή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " robot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "robot"

Φράσεις παρόμοιες με "robot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "robot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη