Μετάφραση του "tryt" σε Ελληνικά

Το τρίτιο είναι η μετάφραση του "tryt" σε Ελληνικά.

tryt noun masculine

Izotop wodoru mający masę atomową 3; jedna z form ciężkiego wodoru.

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρίτιο

    ραδιενεργό ισότοπο του υδρογόνου [..]

    W przypadku, gdy niezbędne jest monitorowanie pod kątem obecności radonu lub trytu, jest ono prowadzone z częstotliwością audytu.

    Όταν απαιτείται παρακολούθηση ως προς το ραδόνιο ή το τρίτιο, αυτή διενεργείται με την ελεγκτική συχνότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tryt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tryt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη