Μετάφραση του "trywialny" σε Ελληνικά

Οι ασήμαντος, κοινός, μηδαμινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "trywialny" σε Ελληνικά.

trywialny Adjective adjective γραμματική

książk. niewyszukany, pospolity [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασήμαντος

    adjective
  • κοινός

    adjective masculine
  • μηδαμινός

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνηθισμένος
    • τιποτένιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trywialny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trywialny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη