Μετάφραση του "tryumf" σε Ελληνικά

Οι θρίαμβος, νίκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tryumf" σε Ελληνικά.

tryumf Noun noun masculine γραμματική

osiągnięcie, dokonanie, wyczyn [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • θρίαμβος

    noun masculine

    Pani Jarrow była jednym z największych tryumfów ojca.

    Η κα Τζάροου θεωρήθηκε ένας απ'τους θριάμβους του πατέρα μου.

  • νίκη

    noun feminine

    Jakiś facet ma film telewizyjny o tryumfie jego ojca nad autyzmem.

    Ένας τύπος έχει μια τηλεταινία για έναν του οποίου ο πατέρας νίκησε τον αυτισμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tryumf " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tryumf" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη