Μετάφραση του "wachta" σε Ελληνικά
Οι βάρδια, ρολόι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wachta" σε Ελληνικά.
wachta
noun
feminine
γραμματική
żegl. służba pełniona przez marynarza na statku [..]
-
βάρδια
noun feminineTo się mogło zdarzyć równie dobrze w trakcie twojej wachty.
Από όσο ξέρω μπορεί να συνέβη στη δική σου βάρδια.
-
ρολόι
noun neuterJa wezmę drugą wachtę. Trzecią Pastula.
Θα πάρω το δεύτερο ρολόι, Pastula.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wachta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη