Μετάφραση του "wacik" σε Ελληνικά
Οι μπατονέτα, βαμβακάκι, μπάλα βαμβάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wacik" σε Ελληνικά.
wacik
Noun
noun
masculine
γραμματική
pot. kulisty bądź spłaszczony kawałek waty służący m.in. do dezynfekcji lub demakijażu [..]
-
μπατονέτα
femininepot. potocznie kawałek waty nawinięty na patyczek służący do mycia uszu
Włożę ten wacik i potrę twój policzek, o tak.
Θα βάλω απλά αυτή τη μπατονέτα στο στόμα σου, έτσι.
-
βαμβακάκι
-
μπάλα βαμβάκι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wacik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "wacik"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη