Μετάφραση του "wolt" σε Ελληνικά

Οι βολτ, Βολτ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wolt" σε Ελληνικά.

wolt noun masculine γραμματική

fiz. jednostka potencjału elektrycznego, napięcia elektrycznego i siły elektromotorycznej; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βολτ

    noun neuter

    fiz. jednostka potencjału elektrycznego, napięcia elektrycznego i siły elektromotorycznej; [..]

    Domyśliliśmy się, że potrzebujemy kilku milionów woltów mistycznej energii, plus minus.

    Ανακαλύψαμε ότι χρειαζόμαστε λίγα εκατομμύρια βολτ μαγικής ενέργειας, πάνω κάτω.

  • Βολτ

    jednostka napięcia elektrycznego

    Da sobie radę ze 110 woltami, ale 220 go zabije.

    Μπορεί να τα καταφέρει με 110 Βολτ, αλλά τα 220 θα τον σκότωναν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wolt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wolt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αλλαγή · αλλαγή πολιτικής · μεταστροφή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wolt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη