Μετάφραση του "woltometr" σε Ελληνικά
Το βολτόμετρο είναι η μετάφραση του "woltometr" σε Ελληνικά.
woltometr
noun
masculine
przyrząd do mierzenia napięcia prądu elektrycznego
-
βολτόμετρο
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " woltometr " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη