Μετάφραση του "wolumen" σε Ελληνικά

Οι τόμος, όγκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wolumen" σε Ελληνικά.

wolumen Noun noun masculine γραμματική

w rzeźbie przestrzeń przez nią zajmowana [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • τόμος

    noun masculine

    Nie brakuje żadnych wolumenów.

    Δεν λείπει κανένας τόμος.

  • όγκος

    noun masculine

    W szczególności musi on publikować informacje na temat ceny, wolumenu i godziny transakcji.

    Ειδικότερα, πρέπει να δημοσιοποιούνται η τιμή, ο όγκος και ο χρόνος των συναλλαγών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wolumen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wolumen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wolumen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη