Μετάφραση του "tom" σε Ελληνικά
Οι κενός, άδειος, αδειανός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tom" σε Ελληνικά.
tom
adjective
noun
common
γραμματική
Utan innehåll.
-
κενός
adjective masculineVarubeskrivningen skall anges i det avsedda fältet utan att någon rad lämnas tom.
Η περιγραφή των προϊόντων αναγράφεται στη θέση που προορίζεται γι’ αυτόν το σκοπό χωρίς να παρεμβάλλονται κενά διάστιχα.
-
άδειος
adjective masculineDen tomma graven var svaret på alla tidsåldrars fråga.
Ο άδειος τάφος ήταν η απάντηση στην ερώτηση αιώνων.
-
αδειανός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κούφιος
- τόμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Tom
proper
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Tom" στο λεξικό Σουηδικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Tom στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "tom"
Φράσεις παρόμοιες με "tom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τομ Ρόμπινς
-
έδαφος · αγροτεμάχιο · αυλή · εργοτάξιο κατασκευών · κήπος · μέρος · οικοδομή · περιβόλι · προαύλιο
-
κενό διάστημα
-
αερολογίες
-
κενό σύνολο
-
Τομ Κλάνσυ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη