Μετάφραση του "bindemedel" σε Ελληνικά
Οι κόλλα, συγκολλητικό, αυτοκόλλητο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bindemedel" σε Ελληνικά.
bindemedel
-
κόλλα
noun feminineDär förslutningen utförs genom limning eller tejpning skall ett vattenfast bindemedel användas.
Όπου το κλείσιμο επιτυγχάνεται με κόλλημα ή περιτύλιγμα με ταινία, μία αδιάβροχη κόλλα θα πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
συγκολλητικό
-
αυτοκόλλητο
Noun -
κολλητική ουσία
Det här starka bindemedlet bidrar också till skalets blanka yta.
Αυτή η πανίσχυρη κολλητική ουσία συμβάλλει επίσης στη γυαλιστερή όψη του κελύφους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bindemedel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη