Μετάφραση του "bindestreck" σε Ελληνικά
Οι ενωτικό, παύλα, κεραία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bindestreck" σε Ελληνικά.
bindestreck
noun
neuter
γραμματική
-
ενωτικό
noun neuterDerivat till ämnen förenade med bindestreck behåller det ursprungliga bindestrecket.
Τα παράγωγα αυτών των υλικών διατηρούν το αρχικό ενωτικό σημείο.
-
παύλα
noun feminineDetta omnämnande skall följa efter sortnamnet och vara klart åtskilt från detta, lämpligen med bindestreck.
Η μνεία αυτή ακολουθεί το όνομα της ποικιλίας από το οποίο διαχωρίζεται ευκρινώς, κατά προτίμηση με παύλα.
-
κεραία
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bindestreck " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bindestreck" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενωτικό χωρίς διακοπή
-
προαιρετικό ενωτικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη