Μετάφραση του "blek" σε Ελληνικά

Οι ανοιχτός, αχνός, χλωμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blek" σε Ελληνικά.

blek adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανοιχτός

    adjective masculine
  • αχνός

    adjective
  • χλωμός

    adjective masculine

    Om jag är blek, så är jag blek av skräck.

    Απ'τα φόβο μου, στο υπόσχομαι, αν φαίνομαι χλωμός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ωχρός
    • κατάχλωμος
    • άχρωμος
    • πελιδνός
    • αμυδρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "blek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ασπρίζω · λευκαίνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη