Μετάφραση του "bleka" σε Ελληνικά

Οι ασπρίζω, λευκαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bleka" σε Ελληνικά.

bleka verb noun adjective common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασπρίζω

    verb
  • λευκαίνω

    verb

    Massa som används för fibertillverkning ska blekas utan användning av elementärt klor.

    Ο πολτός κυτταρίνης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ινών λευκαίνεται χωρίς τη χρήση στοιχειακού χλωρίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bleka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bleka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άχρωμος · αμυδρός · ανοιχτός · αχνός · κατάχλωμος · πελιδνός · χλωμός · ωχρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bleka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη