Μετάφραση του "bleka" σε Ελληνικά
Οι ασπρίζω, λευκαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bleka" σε Ελληνικά.
bleka
verb
noun
adjective
common
γραμματική
-
ασπρίζω
verb -
λευκαίνω
verbMassa som används för fibertillverkning ska blekas utan användning av elementärt klor.
Ο πολτός κυτταρίνης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ινών λευκαίνεται χωρίς τη χρήση στοιχειακού χλωρίου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bleka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bleka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άχρωμος · αμυδρός · ανοιχτός · αχνός · κατάχλωμος · πελιδνός · χλωμός · ωχρός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη