Μετάφραση του "fet" σε Ελληνικά

Οι χοντρός, λιπαρός, παχύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fet" σε Ελληνικά.

fet adjective γραμματική

om levande varelse [..]

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χοντρός

    adjective masculine

    Han var fet men det var för sent att byta namn.

    Αυτός βέβαια ήταν χοντρός, μα ήταν πια αργά ν'αλλάξουμε ονόματα.

  • λιπαρός

    adjective masculine

    Ett sjunde fett, nämligen kokosfett, tillåts endast för framställning av glass och liknande frysvaror.

    Μια έβδομη λιπαρή ουσία, το έλαιο coprah, είναι δεκτή μόνο για την παρασκευή παγωτών και παρεμφερών παγωμένων προϊόντων.

  • παχύς

    adjective masculine

    Trichomerna på den här är så feta och glansiga att de glittrar.

    Το τρίχωμα αυτού του μωρού είναι πολύ παχύ και λαμπερό, αστράφτει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άφθονος
    • έντονα
    • παχύσαρκος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη