Μετάφραση του "fett" σε Ελληνικά

Οι λίπος, γρασάρω, Λίπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fett" σε Ελληνικά.

fett noun adjective adverb neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λίπος

    noun neuter

    Uttrycket ”fullhärdat” eller ”delvis härdat”, beroende på vad som är lämpligt, ska åtfölja uppgiften om ett härdat fett.

    Η έκφραση «πλήρως υδρογονωμένο» ή «μερικώς υδρογονωμένο», κατά περίπτωση, πρέπει να συνοδεύει την ένδειξη υδρογονωμένου λίπους.

  • γρασάρω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fett " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fett
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λίπος

    Fettet är mjällt, lätt och glänsande med vit till pärlemorskiftande färg och behaglig smak.

    Το λίπος έχει στιλπνή όψη, χρώμα λευκό μαργαριταρώδες και ευχάριστη γεύση.

Εικόνες με "fett"

Φράσεις παρόμοιες με "fett" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fett" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη