Μετάφραση του "feta" σε Ελληνικά

Το φέτα είναι η μετάφραση του "feta" σε Ελληνικά.

feta Verb noun Noun adjective common γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φέτα

    noun feminine

    Med stöd av denna registrerades beteckningen feta ånyo som skyddad ursprungsbeteckning.

    Δυνάμει του κανονισμού αυτού, η ονομασία «φέτα» καταχωρίστηκε εκ νέου ως προστατευόμενη ονομασία προελεύσεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " feta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "feta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λιπώδης
  • παχύσαρκος
  • γρασάρω · λίπος
  • ζωική λιπαρή ουσία
  • Λίπος
  • brown fat adipose tissue
  • fet
    άφθονος · έντονα · λιπαρός · παχύς · παχύσαρκος · χοντρός
  • φυτική λιπαρή ουσία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "feta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη