Μετάφραση του "pensel" σε Ελληνικά

Το βούρτσα είναι η μετάφραση του "pensel" σε Ελληνικά.

pensel noun common γραμματική

Ett redskap med ett handtag och ett huvud med ett flertal mer eller mindre böjbara strån som används för att måla.

+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βούρτσα

    noun feminine

    Får endast godkännas för användning som repellent vid applicering med handske eller pensel.

    Εγκρίνονται χρήσεις μόνο ως απωθητικό που εφαρμόζεται με γάντι ή βούρτσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pensel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pensel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη