Μετάφραση του "vigsel" σε Ελληνικά

Το γάμος είναι η μετάφραση του "vigsel" σε Ελληνικά.

vigsel noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Σουηδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γάμος

    noun masculine

    Nästa gång ni ska ha en vigsel, boka kyrkan.

    Την επόμενη φορά που θα γίνει γάμος, κλείσε την εκκλησία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vigsel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "vigsel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vigsel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη